ανηφόρα
άρχισες να ανεβαίνεις την ανηφόρα. πονάνε τα γόνατα. η κλίση είναι μεγάλη, σχεδόν απαγορευτική. τα πέλματα γλείφουν το δρόμο, τα πεζοδρόμια, τις άσπρες γραμμές πορείας. πατάς πεταμένα σκόρπια φύλλα, λάσπες από χυμένα υγρά, χώματα που αδικούνται δίχως τίποτα να φυτρώνει μέσα τους. στερημένα χώματα. δεν κατάφεραν ποτέ να εμπνεύσουν ζωή σε τίποτα. μείναν εκεί ξερά. άλλα πιο σκούρα καφέ, άλλα πιο ανοιχτά. τίποτα και ποτέ δε φύτρωσε εκεί μέσα. και η όψη τους είναι σχεδόν υγιής, δεν προδίδει αυτή τη στειρότητα. φαίνονται ταλαιπωρημένα, εξουθενωμένα. πάλευαν χρόνια να αναγεννηθούν. το μόνο που κατάφερναν ήταν να σκορπούν. σκορπούσαν από βροχές, από αέρα ακόμα και από τον ήλιο. θρυμματίζονταν και γλίτωναν από τη βάση τους. ποτέ δεν ήταν στέρεη η βάση τους. πατάς από πάνω σαν ύστατη γονιμότητα. πατάς και τα χώματα στερεώνονται, κάθονται, ξαναχάνονται στον εσωτερισμό τους. έπαψαν οι φυγές. περιορίστηκαν. περιορίζονται. ο χρόνος δεν έχει σημασία. ή έχει.
(Source: thedarkageoflove)
(Source: thedarkageoflove)


